high-ranking
high
haɪ
hai
ran
ræn
rān
king
kɪng
king

Ορισμός και σημασία του "high-ranking"στα αγγλικά

high-ranking
01

υψηλόβαθμος, ανώτερος

having a senior, important, or authoritative position within a particular hierarchy or organization 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
highest-ranking
συγκριτικός βαθμός
higher-ranking
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
hierarchy, organization, position
Παραδείγματα
He was a high-ranking officer in the military, overseeing multiple units. 

Ήταν ένας ανώτερος αξιωματικός στον στρατό, που επόπτευε πολλές μονάδες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store