Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hierarchical
01
ιεραρχικός
relating to a system that is organized based on social ranking or levels of authority
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most hierarchical
συγκριτικός βαθμός
more hierarchical
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
organization, structure, authority
Παραδείγματα
The hierarchical structure of the organization ensures clear lines of authority and responsibility.
Η ιεραρχική δομή του οργανισμού εξασφαλίζει ξεκάθαρες γραμμές εξουσίας και ευθύνης.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
hierarchically
nonhierarchical
hierarchical
hierarch



























