hidebound
hide
ˈhaɪd
χαιντ
bound
baʊnd
μπαουνντ

Ορισμός και σημασία του "hidebound"στα αγγλικά

01

στενόμυαλος, παραδοσιακός

unwilling or unable to change because of tradition or convention 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hidebound
συγκριτικός βαθμός
more hidebound
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
attitude, behavior, tradition
Παραδείγματα
Despite the changing landscape of technology, some industries remain hidebound in their traditional methods. 

Παρά την αλλαγή του τεχνολογικού τοπίου, ορισμένες βιομηχανίες παραμένουν περιορισμένες στις παραδοσιακές μεθόδους τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

hidebound

hide

+

bound

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store