hideaway
hide
ˈhaɪd
haid
a
ə
ē
way
weɪ
vei

Ορισμός και σημασία του "hideaway"στα αγγλικά

01

κρυψώνα, φωλιά

a hiding place; usually a remote place used by outlaws 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hideaways
02

κρησφύγετο, απομονωμένο μέρος

a secluded place where one can retreat for privacy and solitude 
Παραδείγματα
She often escaped to her hideaway in the mountains to unwind and find peace. 

Συχνά διέφευγε στο κρησφύγετό της στα βουνά για να χαλαρώσει και να βρει γαλήνη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store