Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hideaway
01
κρυψώνα, φωλιά
a hiding place; usually a remote place used by outlaws
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hideaways
02
κρησφύγετο, απομονωμένο μέρος
a secluded place where one can retreat for privacy and solitude
Παραδείγματα
She often escaped to her hideaway in the mountains to unwind and find peace.
Συχνά διέφευγε στο κρησφύγετό της στα βουνά για να χαλαρώσει και να βρει γαλήνη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
hideaway
hide
away



























