hideaway
Pronunciation
/ˈhaɪdəˌweɪ/

Ορισμός και σημασία του "hideaway"στα αγγλικά

01

κρυψώνα, φωλιά

a hiding place; usually a remote place used by outlaws
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hideaways
02

κρησφύγετο, απομονωμένο μέρος

a secluded place where one can retreat for privacy and solitude
Παραδείγματα
The cozy nook in the library served as a hideaway for students needing a break from their busy schedules.
Η άνετη γωνία στη βιβλιοθήκη χρησίμευε ως κρησφύγετο για φοιτητές που χρειάζονταν διάλειμμα από τα γεμάτα προγράμματά τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store