Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hex
01
μια κατάρα, ένα κακό ξόρκι
an evil or magical spell intended to bring bad luck
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hexes
Παραδείγματα
The old book described how to lift a hex.
Το παλιό βιβλίο περιέγραφε πώς να αναιρέσει κανείς μια κατάρα.
02
Χεξ, Το παιχνίδι Χεξ
a two-player strategy board game played on a hexagonal grid, where each player attempts to connect opposite sides of the board with an unbroken chain of pieces
Παραδείγματα
Online versions of Hex allow players worldwide to compete.
Οι διαδικτυακές εκδόσεις του Hex επιτρέπουν σε παίκτες από όλο τον κόσμο να ανταγωνίζονται.
to hex
01
μαγεύω, καταριέμαι
to place a magical spell on someone or something, usually with harmful intent
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hex
γ΄ ενικό πρόσωπο
hexes
ενεστώτα μετοχή
hexing
απλός αόριστος
hexed
παθητική μετοχή
hexed
Παραδείγματα
Superstitious villagers feared being hexed by the stranger.
Οι προληπτικοί χωρικοί φοβούνταν να μαγευτούν από τον ξένο.
hex
01
δεκαεξαδικός, δεκαεξαδική
relating to a numeral system based on sixteen, commonly used in computing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Hex arithmetic is essential for low-level programming tasks.
Η δεκαεξαδική αριθμητική είναι απαραίτητη για εργασίες προγραμματισμού χαμηλού επιπέδου.



























