Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Heterogeneity
01
ετερογένεια
the quality of being varied or diverse in elements or parts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The city's cultural heterogeneity is evident in its wide array of festivals and cuisines.
Η πολιτιστική ετερογένεια της πόλης είναι εμφανής στην ευρεία ποικιλία των φεστιβάλ και των κουζινών της.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
heterogeneity
heterogene



























