hesitation
he
ˌhɛ
he
si
zi
ta
ˈteɪ
tei
tion
ʃən
shēn
aberrationaffixationenervationmaximation

Ορισμός και σημασία του "hesitation"στα αγγλικά

01

δισταγμός, απορία

a feeling of doubt, uncertainty, or reluctance before acting 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hesitations
Παραδείγματα
She showed hesitation before agreeing to the risky plan. 

Έδειξε δισταγμό πριν συμφωνήσει με το ριψοκίνδυνο σχέδιο.

02

δισταγμός, αβεβαιότητα

the fact of being uncertain about something 
Παραδείγματα
She felt a moment of hesitation before signing the contract, unsure if it was the right decision. 

Ένιωσε μια στιγμή δισταγμού πριν υπογράψει το συμβόλαιο, αβέβαιη αν ήταν η σωστή απόφαση.

Λεξικό Δέντρο

hesitation
hesitate
hesit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store