Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hesitation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hesitations
Παραδείγματα
She showed hesitation before agreeing to the risky plan.
Έδειξε δισταγμό πριν συμφωνήσει με το ριψοκίνδυνο σχέδιο.
02
δισταγμός, αβεβαιότητα
the fact of being uncertain about something
Παραδείγματα
She felt a moment of hesitation before signing the contract, unsure if it was the right decision.
Ένιωσε μια στιγμή δισταγμού πριν υπογράψει το συμβόλαιο, αβέβαιη αν ήταν η σωστή απόφαση.
Λεξικό Δέντρο
hesitation
hesitate
hesit



























