Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hesitation
Παραδείγματα
There was noticeable hesitation in her voice.
02
δισταγμός, αβεβαιότητα
the fact of being uncertain about something
Παραδείγματα
Her hesitation before answering the question suggested she was unsure of the correct response.
Η διστακτικότητά της πριν απαντήσει στην ερώτηση υποδήλωνε ότι δεν ήταν σίγουρη για τη σωστή απάντηση.
Λεξικό Δέντρο
hesitation
hesitate
hesit



























