hermit
her
ˈhɜr
χερρ
mit
mət
ματ
British pronunciation
/hˈɜːmɪt/

Ορισμός και σημασία του "hermit"στα αγγλικά

01

ερημίτης, αναχωρητής

a person who chooses to live in solitude
example
Παραδείγματα
Known as a hermit, he rarely interacted with others and preferred a life of quiet reflection.
Γνωστός ως ερημίτης, σπάνια αλληλεπιδρούσε με άλλους και προτιμούσε μια ζωή ήσυχης στοχαστικότητας.
02

ερημίτης, αναχωρητής

a person who lives a very simple life in solitude as a religious practice
Wiki
example
Παραδείγματα
The hermitage was a place of refuge for pilgrims seeking guidance and solace from the wise hermit who dwelled within its walls.
Το ερημητήριο ήταν ένας τόπος καταφυγίου για προσκυνητές που αναζητούσαν καθοδήγηση και παρηγοριά από τον σοφό ερημίτη που κατοικούσε μέσα στους τοίχους του.

Λεξικό Δέντρο

hermitage
hermitic
hermit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store