Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hem
01
στρίφωμα, άκρη
the edge of a piece of cloth or clothing that has been doubled back and sewn in place
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hems
02
εμ, χμ
the utterance of a sound similar to clearing the throat; intended to get attention, express hesitancy, fill a pause, hide embarrassment, warn a friend, etc.
to hem
01
βήχω, λέω 'εμ'
utter `hem' or `ahem'
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hem
γ΄ ενικό πρόσωπο
hems
ενεστώτα μετοχή
hemming
απλός αόριστος
hemmed
παθητική μετοχή
hemmed
02
στρίβω και ράβω για να φτιάξω μια ζώνη, κάνω ζώνη
fold over and sew together to provide with a hem



























