Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
helplessly
01
αβοήθητα, απροστάτευτα
in a way that shows no power or ability to act or protect oneself
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The child looked helplessly at the broken toy.
Το παιδί κοίταζε αβοήθητο το σπασμένο παιχνίδι.
02
αβοήθητα, χωρίς να μπορεί να συγκρατηθεί
in a manner that is uncontrollable or unable to be restrained
Παραδείγματα
She laughed helplessly at the comedian's jokes.
Γέλασε αναίσθητα στα αστεία του κωμικού.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
helplessly
helpless
help



























