Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Helpfulness
01
χρησιμότητα, εξυπηρετικότητα
the property of providing useful assistance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
helpfulnesses
02
φιλικότητα, καλοσύνη
friendliness evidence by a kindly and helpful disposition
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unhelpfulness
helpfulness
helpful
help



























