Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Heist
01
ληστεία, κλοπή
an act of violently stealing something valuable, especially from a shop or bank
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
heists
Παραδείγματα
The gang planned a bank heist.
Η συμμορία σχεδίασε μια ληστεία τράπεζας.
02
ληστεία, κλοπή
the act of stealing
to heist
01
διαρρηγνύω, κλέβω
commit a burglary; enter and rob a dwelling
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
heist
γ΄ ενικό πρόσωπο
heists
ενεστώτα μετοχή
heisting
απλός αόριστος
heisted
παθητική μετοχή
heisted



























