heist
Pronunciation
/ˈhaɪst/

Ορισμός και σημασία του "heist"στα αγγλικά

01

ληστεία, κλοπή

‌an act of violently stealing something valuable, especially from a shop or bank
heist definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
heists
Παραδείγματα
The heist involved stealing millions in cash.
Η ληστεία περιελάμβανε κλοπή εκατομμυρίων σε μετρητά.
02

ληστεία, κλοπή

the act of stealing
to heist
01

διαρρηγνύω, κλέβω

commit a burglary; enter and rob a dwelling
to heist definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
heist
γ΄ ενικό πρόσωπο
heists
ενεστώτα μετοχή
heisting
απλός αόριστος
heisted
παθητική μετοχή
heisted
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store