helical
he
ˈhɛ
he
li
li
cal
kəl
kēl
heliacal

Ορισμός και σημασία του "helical"στα αγγλικά

01

ελικοειδής, σπειροειδής

in the shape of a coil 
helical definition and meaning
02

ελικοειδής, σπειροειδής

eggs of female fish 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most helical
συγκριτικός βαθμός
more helical
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store