Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
helical
01
ελικοειδής, σπειροειδής
in the shape of a coil
02
ελικοειδής, σπειροειδής
eggs of female fish
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most helical
συγκριτικός βαθμός
more helical
διαβαθμίσιμο



























