heifer
hei
ˈhaɪ
χαι
fer
fɜr
φερρ
/hˈɛfɐ/

Ορισμός και σημασία του "heifer"στα αγγλικά

01

δάμαλις, αρσενικό μοσχάρι

a young female cow that has not given birth yet or has only one calf
heifer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
heifers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store