heifer
heifer
'hɛfə
hefē
cipherliferdecipher

Ορισμός και σημασία του "heifer"στα αγγλικά

01

δάμαλις, αρσενικό μοσχάρι

a young female cow that has not given birth yet or has only one calf 
heifer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
heifers
αρσενικό ενικό
bullock
θηλυκό ενικό
heifer
neutral form
calf

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store