Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hedonist
01
ηδονιστής
an individual who acts according to the belief that pursuing pleasure is of the highest importance in life
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hedonists
Παραδείγματα
He was known as a hedonist, always choosing the most pleasurable path.
Ήταν γνωστός ως ηδονιστής, επιλέγοντας πάντα την πιο ευχάριστη διαδρομή.
Λεξικό Δέντρο
hedonistic
hedonist
hedon



























