Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hedgehog
01
σκαντζόχοιρος, κοινός σκαντζόχοιρος
a small mammal that is active at night, which is covered with spines and can roll itself while attacked
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hedgehogs
02
σκαντζόχοιρος, ακανθόχοιρος
relatively large rodents with sharp erectile bristles mingled with the fur
Λεξικό Δέντρο
hedgehog
hedge
hog



























