Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hectograph
01
εκτογράφος, μηχανή εκτογράφησης
a printing process that involves transferring ink from a master copy onto a gelatin pad, which can then be used to produce multiple copies of the original image or text using a press or by hand rubbing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hectographs
to hectograph
01
εκτογραφώ, αντιγράφω σε έναν αντιγραφέα
copy on a duplicator
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hectograph
γ΄ ενικό πρόσωπο
hectographs
ενεστώτα μετοχή
hectographing
απλός αόριστος
hectographed
παθητική μετοχή
hectographed
LanGeek



























