heaves
Pronunciation
/ˈhivz/

Ορισμός και σημασία του "heaves"στα αγγλικά

01

εμφύσημα πνευμόνων, ώθηση

a chronic respiratory condition in horses due to prolonged exposure to dust, causing coughing and increased respiratory effort
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Environmental changes, like proper stable management, reduce the risk of heaves.
Οι περιβαλλοντικές αλλαγές, όπως η σωστή διαχείριση του σταύλου, μειώνουν τον κίνδυνο εμφυσήματος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store