heathen
hea
ˈhi:
hi
then
ðən
dhēn

Ορισμός και σημασία του "heathen"στα αγγλικά

01

ειδωλολάτρης, άπιστος

a person who does not acknowledge your god 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
heathens
02

εθνικός, βάρβαρος

a person regarded as uncivilized or barbaric 
Παραδείγματα
The conquerors labeled the indigenous people as heathens. 

Οι κατακτητές χαρακτήρισαν τους ιθαγενείς ως εθνικούς.

01

εθνικός, άπιστος

not acknowledging the God of Christianity and Judaism and Islam 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store