Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Heathen
01
ειδωλολάτρης, άπιστος
a person who does not acknowledge your god
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
heathens
heathen
01
εθνικός, άπιστος
not acknowledging the God of Christianity and Judaism and Islam
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
religion, belief, identity
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
heathenism
heathen



























