Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
heartwarming
01
εγκάρδια, συγκινητικό
inspiring positive emotions such as joy, happiness, and affection in the viewer or reader
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most heartwarming
συγκριτικός βαθμός
more heartwarming
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, experience, narrative
Παραδείγματα
The children's excitement over their gifts was absolutely heartwarming.
Ο ενθουσιασμός των παιδιών για τα δώρα τους ήταν απολύτως συγκινητικός.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
heartwarming
heart
warming



























