Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
heartrending
01
θλιβερός, σπαρακτικός
causing intense sorrow or distress, often deeply affecting one's emotions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most heartrending
συγκριτικός βαθμός
more heartrending
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The heartrending melody of the song stirred up memories of past loves and regrets.
Η θλιβερή μελωδία του τραγουδιού ξύπνησε αναμνήσεις από παλιές αγάπες και λύπες.
Λεξικό Δέντρο
heartrending
heart
rending



























