heartland
heart
ˈhɑ:t
haat
land
lænd
lānd
headlandheathland

Ορισμός και σημασία του "heartland"στα αγγλικά

01

καρδιά, κεντρική περιοχή

a central, often culturally or economically vital part of a country or area 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
heartlands
Παραδείγματα
The plains of the Midwest are known as the agricultural heartland of the country. 

Οι πεδιάδες του Midwest είναι γνωστές ως η αγροτική καρδιά της χώρας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

heartland

heart

+

land

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store