Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hearten
01
ενθαρρύνω, υποστηρίζω
to provide support and encouragement
Transitive: to hearten sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hearten
γ΄ ενικό πρόσωπο
heartens
ενεστώτα μετοχή
heartening
απλός αόριστος
heartened
παθητική μετοχή
heartened
Παραδείγματα
A kind word from a friend can hearten someone going through a tough time.
Μια καλή λέξη από έναν φίλο μπορεί να ενθαρρύνει κάποιον που περνάει μια δύσκολη στιγμή.
Λεξικό Δέντρο
dishearten
heartened
heartening
hearten



























