Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Heartache
01
θλίψη, πόνος καρδιάς
a feeling of great sorrow or sadness usually caused by the loss of a loved one
Παραδείγματα
No medicine could ease the heartache of watching her child suffer.
Κανένα φάρμακο δεν μπορούσε να ανακουφίσει τον πόνο της καρδιάς από το να βλέπει το παιδί της να υποφέρει.
Λεξικό Δέντρο
heartache
heart
ache



























