heartache
heart
ˈhɑ:t
haat
ache
eɪk
eik
headache

Ορισμός και σημασία του "heartache"στα αγγλικά

01

θλίψη, πόνος καρδιάς

a feeling of great sorrow or sadness usually caused by the loss of a loved one 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
heartaches
Παραδείγματα
The heartache of losing her dog made it hard to even look at his empty bed. 

Η θλίψη από την απώλεια του σκύλου της έκανε δύσκολο ακόμη και να κοιτάξει το άδειο κρεβάτι του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store