heartache
Pronunciation
/ˈhɑɹˌteɪk/

Ορισμός και σημασία του "heartache"στα αγγλικά

01

θλίψη, πόνος καρδιάς

a feeling of great sorrow or sadness usually caused by the loss of a loved one
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
No medicine could ease the heartache of watching her child suffer.
Κανένα φάρμακο δεν μπορούσε να ανακουφίσει τον πόνο της καρδιάς από το να βλέπει το παιδί της να υποφέρει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store