hearer
hea
ˈhɪə
hie
rer
ər
ēr
headerheaverheaterhealer

Ορισμός και σημασία του "hearer"στα αγγλικά

01

ακροατής, ακούων

someone who listens attentively 
hearer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hearers

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

hearer
hear
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store