Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hearer
01
ακροατής, ακούων
someone who listens attentively
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hearers
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
hearer
hear



























