Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
heard
01
Ελήφθη, Κατάλαβα
used to acknowledge that one has received and understood what someone else has said
Παραδείγματα
We'll meet at the cafe at 10? Heard, I'll see you there.
Θα συναντηθούμε στο καφέ στις 10; Εντάξει, θα σε δω εκεί.
heard
01
ακουστός, αντιληπτός
perceived or recognized through the sense of hearing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most heard
συγκριτικός βαθμός
more heard
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The heard music echoed through the halls, indicating a party nearby.
Η ακουστή μουσική αντηχούσε στους διαδρόμους, υποδεικνύοντας ένα πάρτι κοντά.



























