headphones
head
ˈhɛd
χεντ
phones
fəʊnz
φεουνζ

Ορισμός και σημασία του "headphones"στα αγγλικά

01

ακουστικά, ακουστικά κεφαλής

a device that has two pieces that cover the ears and is used to listen to music or sounds without others hearing 
headphones definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
headphones
Παραδείγματα
The DJ adjusted his headphones as he prepared to cue up the next track for the crowd. 

Ο DJ ρύθμισε τα ακουστικά του καθώς ετοιμαζόταν να παίξει το επόμενο κομμάτι για το πλήθος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store