headless
head
ˈhɛd
hed
less
ləs
lēs
headdressheedlesshelplessheatless

Ορισμός και σημασία του "headless"στα αγγλικά

01

ακέφαλος, αποκεφαλισμένος

lacking a head 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most headless
συγκριτικός βαθμός
more headless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
he headless statue stood in the courtyard, its features worn away by centuries of weathering. 

Το ακέφαλο άγαλμα στέκονταν στην αυλή, τα χαρακτηριστικά του έχουν σβηστεί από αιώνες καιρικών συνθηκών.

02

ακέφαλος, χωρίς νοημοσύνη

not using intelligence 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store