Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
headless
01
ακέφαλος, αποκεφαλισμένος
lacking a head
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most headless
συγκριτικός βαθμός
more headless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
he headless statue stood in the courtyard, its features worn away by centuries of weathering.
Το ακέφαλο άγαλμα στέκονταν στην αυλή, τα χαρακτηριστικά του έχουν σβηστεί από αιώνες καιρικών συνθηκών.
02
ακέφαλος, χωρίς νοημοσύνη
not using intelligence
Λεξικό Δέντρο
headless
head



























