headgear
head
ˈhɛd
hed
gear
gɪə
gie

Ορισμός και σημασία του "headgear"στα αγγλικά

01

καλύμματα κεφαλής, κράνος

any item of clothing that covers the head, such as a hat, helmet, etc. 
headgear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
headgears
02

εξάρτημα κεφαλής, εξοπλισμός κεφαλής αλόγου

stable gear consisting of any part of a harness that fits about the horse's head 
03

το ανυψωτικό στο στόμιο του ορυχείου, η μηχανή εξόρυξης

the hoist at the pithead of a mine 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

headgear

head

+

gear

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store