Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to head off
01
ξεκινώ, καταπλέω
to begin a journey or depart from a place
Intransitive: to head off | to head off somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
head
ενεστώτας
head off
γ΄ ενικό πρόσωπο
heads off
ενεστώτα μετοχή
heading off
απλός αόριστος
headed off
παθητική μετοχή
headed off
Παραδείγματα
We'll need to head off early in the morning to avoid traffic.
Θα πρέπει να ξεκινήσουμε νωρίς το πρωί για να αποφύγουμε την κίνηση.
02
αποκλείω, αλλάζω κατεύθυνση
to block someone or something's path in order to redirect them or prevent them from proceeding in a particular direction
Transitive: to head off sb/sth
Παραδείγματα
The sheepdog was trained to head off the wandering sheep and guide them back to the flock.
Ο σκύλος βοσκής εκπαιδεύτηκε να αποκλείει τα περιπλανώμενα πρόβατα και να τα οδηγεί πίσω στο κοπάδι.
03
προλαμβάνω, αποτρέπω
to take action to prevent or resolve a problem before it occurs
Transitive: to head off a problem
Παραδείγματα
The company decided to head off any potential disputes by clarifying the contract terms.
Η εταιρεία αποφάσισε να αποτρέψει τυχόν διαφορές με τη διευκρίνιση των όρων της σύμβασης.



























