to head off
Pronunciation
/hˈɛd ˈɔf/

Ορισμός και σημασία του "head off"στα αγγλικά

to head off
[phrase form: head]
01

ξεκινώ, καταπλέω

to begin a journey or depart from a place
Intransitive: to head off | to head off somewhere
to head off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
head
ενεστώτας
head off
γ΄ ενικό πρόσωπο
heads off
ενεστώτα μετοχή
heading off
απλός αόριστος
headed off
παθητική μετοχή
headed off
Παραδείγματα
I 'm heading off to work now; I'll be back in the evening.
Φεύγω για τη δουλειά τώρα· θα επιστρέψω το βράδυ.
02

αποκλείω, αλλάζω κατεύθυνση

to block someone or something's path in order to redirect them or prevent them from proceeding in a particular direction
Transitive: to head off sb/sth
to head off definition and meaning
Παραδείγματα
The police officer had to head off the suspect to prevent them from escaping.
Ο αστυνομικός έπρεπε να αποκλείσει τη διαδρομή του ύποπτου για να τον εμποδίσει να διαφύγει.
03

προλαμβάνω, αποτρέπω

to take action to prevent or resolve a problem before it occurs
Transitive: to head off a problem
Παραδείγματα
The homeowner took steps to head off any maintenance problems by scheduling regular inspections.
Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού έλαβε μέτρα για να αποτρέψει τυχόν προβλήματα συντήρησης προγραμματίζοντας τακτικούς ελέγχους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store