Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hazardously
01
επικίνδυνα, με ρίσκο
in a manner that involves risks or dangers
Παραδείγματα
The disposal of industrial waste was conducted hazardously, posing environmental risks.
Η απόρριψη βιομηχανικών αποβλήτων πραγματοποιήθηκε επικίνδυνα, δημιουργώντας περιβαλλοντικούς κινδύνους.
Λεξικό Δέντρο
hazardously
hazardous
hazard



























