Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Aperitif
01
απεριτίφ
a drink, particularly alcoholic, consumed before a meal to stimulate one's appetite
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aperitifs



























