Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apathetically
01
απαθητικά, με αδιαφορία
in a way that shows little or no interest, enthusiasm, or concern
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He stared apathetically at the television, uninterested in the program.
Κοίταζε απαθητικά την τηλεόραση, χωρίς ενδιαφέρον για το πρόγραμμα.



























