Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Haven
Παραδείγματα
The merchant ship docked at a quiet haven along the coast.
Το εμπορικό πλοίο αγκυροβόλησε σε ένα ήσυχο λιμάνι κατά μήκος της ακτής.
02
καταφύγιο, άσυλο
a place that provides safety, peace, and favorable living conditions for humans or animals
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
havens
Παραδείγματα
The remote island served as a haven for endangered wildlife, providing sanctuary for species at risk of extinction.
Το απομακρυσμένο νησί χρησίμευε ως καταφύγιο για τα απειλούμενα άγρια ζώα, παρέχοντας καταφύγιο για είδη που κινδυνεύουν με εξαφάνιση.



























