Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Haven
Παραδείγματα
The haven became a key stop on the trade route.
02
καταφύγιο, άσυλο
a place that provides safety, peace, and favorable living conditions for humans or animals
Παραδείγματα
The community center was a haven for at-risk youth, providing mentorship, support, and resources to help them overcome challenges and thrive.
Το κέντρο της κοινότητας ήταν ένα καταφύγιο για τους νέους που βρίσκονταν σε κίνδυνο, παρέχοντας καθοδήγηση, υποστήριξη και πόρους για να τους βοηθήσει να ξεπεράσουν τις προκλήσεις και να ευημερήσουν.



























