hautboy
haut
ˈhəʊ
hew
boy
bɔɪ
boy

Ορισμός και σημασία του "hautboy"στα αγγλικά

01

όμποε, ένα λεπτό όργανο διπλής καλάμης· ένα ξύλινο πνευστό με κωνικό άνοιγμα και διπλή καλάμι

a slender double-reed instrument; a woodwind with a conical bore and a double-reed mouthpiece 
hautboy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hautboys

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store