hauteur
hau
əʊ
ew
teur
ˈtɜ:

Ορισμός και σημασία του "hauteur"στα αγγλικά

01

υπεροψία

a prideful and unfriendly manner of behaving that showcases one's belief of being better than others 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hauteurs
Παραδείγματα
Her hauteur made it difficult for others to approach her. 

Η αυθάδεια της έκανε δύσκολο για τους άλλους να την πλησιάσουν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store