apartheid
a
ə
ē
par
ˈpɑ:
paa
theid
taɪt
tait

Ορισμός και σημασία του "apartheid"στα αγγλικά

01

απαρτχάιντ

a system where people are treated differently or separated based on their race, ethnicity, or other characteristics 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Activists fought tirelessly to end apartheid and achieve equality. 

Οι ακτιβιστές πολέμησαν ακούραστα για να τερματίσουν το απαρτχάιντ και να επιτύχουν την ισότητα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store