Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
haunting
01
εμμονικό, αξέχαστο
lingering in one's mind due to an unforgettable quality, particularly sadness, frightfulness, or beauty
Παραδείγματα
The haunting landscape, with its mist-covered mountains and eerie silence, left a lasting impression on all who saw it.
Το αξέχαστο τοπίο, με τα βουνά του καλυμμένα από ομίχλη και την απόκοσμη ησυχία του, άφησε μια διαρκής εντύπωση σε όσους το είδαν.
02
αξέχαστος, μακάβριος
possessing a poignant, sentimental, or eerie quality that evokes strong emotions, memories, or feelings
Παραδείγματα
The haunting lyrics of the folk song told a tragic tale of love and betrayal that lingered in the air.
Οι συγκινητικοί στίχοι του λαϊκού τραγουδιού έλεγαν μια τραγική ιστορία αγάπης και προδοσίας που αιωρούνταν στον αέρα.



























