Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to haul up
01
σταματώ, παύω
come to a halt after driving somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
haul
ενεστώτας
haul up
γ΄ ενικό πρόσωπο
hauls up
ενεστώτα μετοχή
hauling up
απλός αόριστος
hauled up
παθητική μετοχή
hauled up



























