Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hateful
01
μισήσιμος, απεχθής
characterized by strong feelings of dislike and annoyance
Παραδείγματα
His hateful remarks towards his classmates caused tension in the classroom.
Τα μισή σχόλιά του προς τους συμμαθητές του προκάλεσαν ένταση στην τάξη.
02
μισήσιμος, απεχθής
evoking or deserving hatred
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hateful
συγκριτικός βαθμός
more hateful
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
hatefully
hatefulness
hateful
hate



























