hateful
hate
ˈheɪt
heit
ful
fʊl
fool
hatful

Ορισμός και σημασία του "hateful"στα αγγλικά

01

μισήσιμος, απεχθής

characterized by strong feelings of dislike and annoyance 
hateful definition and meaning
Παραδείγματα
His hateful remarks towards his classmates caused tension in the classroom. 

Τα μισή σχόλιά του προς τους συμμαθητές του προκάλεσαν ένταση στην τάξη.

02

μισήσιμος, απεχθής

evoking or deserving hatred 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hateful
συγκριτικός βαθμός
more hateful
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

hatefully
hatefulness
hateful
hate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store