Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hateful
01
μισήσιμος, απεχθής
characterized by strong feelings of dislike and annoyance
Παραδείγματα
Despite attempts at reconciliation, the siblings remained locked in a cycle of hateful arguments.
Παρά τις προσπάθειες συμφιλίωσης, τα αδέλφια παρέμειναν παγιδευμένα σε έναν κύκλο μισήτρων επιχειρημάτων.
02
μισήσιμος, απεχθής
evoking or deserving hatred
Λεξικό Δέντρο
hatefully
hatefulness
hateful
hate



























