Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hate
01
μισώ, απεχθάνομαι
to really not like something or someone
Transitive: to hate sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
hate
γ΄ ενικό πρόσωπο
hates
ενεστώτα μετοχή
hating
απλός αόριστος
hated
παθητική μετοχή
hated
Παραδείγματα
They hate waiting in long lines at the grocery store.
Αυτοί μισούν να περιμένουν σε μακριές ουρές στο παντοπωλείο.
Hate
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The siblings ' constant bickering stemmed from their mutual hate for sharing their toys.
Οι συνεχείς τσακωμοί των αδελφών προέρχονταν από την αμοιβαία τους μίσος για το να μοιράζονται τα παιχνίδια τους.
Λεξικό Δέντρο
hated
hater
hate



























