harem
ha
hɑ:
haa
rem
ˈri:m
rim
haramharlemhareem

Ορισμός και σημασία του "harem"στα αγγλικά

01

χαρέμι, ομάδα θηλυκών που μοιράζονται ένα μόνο αρσενικό

a group of female animals that share a single mate 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
harems
02

χαρέμι, γυναικωνίτης

living quarters reserved for wives and concubines and female relatives in a Muslim household 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store