Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Harem
01
χαρέμι, ομάδα θηλυκών που μοιράζονται ένα μόνο αρσενικό
a group of female animals that share a single mate
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
harems
02
χαρέμι, γυναικωνίτης
living quarters reserved for wives and concubines and female relatives in a Muslim household
LanGeek



























