hardihood
har
ˈhɑ:
haa
di
di
di
hood
ˌhʊd
hood
hardwood

Ορισμός και σημασία του "hardihood"στα αγγλικά

01

τολμηρότητα, θάρρος

the strength and determination to withstand difficulties, especially challenging conditions 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hardihoods
Παραδείγματα
Growing up poor on a farm developed in her a hardihood and strength of character that served her well throughout her life. 

Το να μεγαλώνει φτωχή σε ένα αγρόκτημα ανέπτυξε σε αυτήν μια αντοχή και δύναμη χαρακτήρα που την εξυπηρέτησαν καλά σε όλη τη ζωή της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store