hardihood
Pronunciation
/hˈɑːɹdɪhˌʊd/

Ορισμός και σημασία του "hardihood"στα αγγλικά

01

τολμηρότητα, θάρρος

the strength and determination to withstand difficulties, especially challenging conditions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Although weak in body, her indomitable spirit and hardihood enabled her to battle her illness for many years.
Παρόλο που αδύναμη σωματικά, το ακατάβλητο πνεύμα και η αντοχή της της επέτρεψαν να πολεμήσει την ασθένειά της για πολλά χρόνια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store