Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hardihood
01
τολμηρότητα, θάρρος
the strength and determination to withstand difficulties, especially challenging conditions
Παραδείγματα
Although weak in body, her indomitable spirit and hardihood enabled her to battle her illness for many years.
Παρόλο που αδύναμη σωματικά, το ακατάβλητο πνεύμα και η αντοχή της της επέτρεψαν να πολεμήσει την ασθένειά της για πολλά χρόνια.



























