Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hardihood
01
τολμηρότητα, θάρρος
the strength and determination to withstand difficulties, especially challenging conditions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hardihoods
Παραδείγματα
Growing up poor on a farm developed in her a hardihood and strength of character that served her well throughout her life.
Το να μεγαλώνει φτωχή σε ένα αγρόκτημα ανέπτυξε σε αυτήν μια αντοχή και δύναμη χαρακτήρα που την εξυπηρέτησαν καλά σε όλη τη ζωή της.



























