hard-pressed
hard
hɑ:d
haad
pressed
prɛst
prest

Ορισμός και σημασία του "hard-pressed"στα αγγλικά

hard-pressed
01

σε οικονομικές δυσκολίες, υπό οικονομική πίεση

facing or experiencing financial trouble or difficulty 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hard-pressed
συγκριτικός βαθμός
more hard-pressed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
finance, difficulty, situation
02

σκληρά καταδιωκόμενος, υπό πίεση

*closely pursued 
Παραδείγματα
The hard-pressed French infantry. 

Ο πιεσμένος γαλλικός πεζικός.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store