Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hard-nosed
01
ρεαλιστικός, πραγματιστικός
guided by practical experience and observation rather than theory
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hard-nosed
συγκριτικός βαθμός
more hard-nosed
διαβαθμίσιμο



























