hap
hap
hæp
χαιπ
/hˈæp/

Ορισμός και σημασία του "hap"στα αγγλικά

01

συμπτωματικότητα, τυχαίο γεγονός

an accidental happening
to hap
01

συμβαίνω, τυχαίνω

to happen by chance
Παραδείγματα
The battle hap'd at dawn, with the warriors ready for whatever came.
Η μάχη hap την αυγή, με τους πολεμιστές έτοιμους για οτιδήποτε ερχόταν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store