Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hap
01
συμπτωματικότητα, τυχαίο γεγονός
an accidental happening
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
haps
to hap
01
συμβαίνω, τυχαίνω
to happen by chance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hap
γ΄ ενικό πρόσωπο
haps
ενεστώτα μετοχή
happing
απλός αόριστος
happed
παθητική μετοχή
happed
Παραδείγματα
It was said that the old witch could foresee what would hap in the coming days.
Λεγόταν ότι η γριά μάγισσα μπορούσε να προβλέψει τι θα συμβεί στις επερχόμενες μέρες.
Λεξικό Δέντρο
hapless
haply
mishap
hap



























